"Δεν γράφω τη ζωή μου / προσπαθώ να τη ζω / ας την γράψει όταν "φύγω" / ο αέναος άνεμος."

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πεζά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πεζά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2020

Το πληθωρικό πιθάρι

Το πιθάρι, πληθωρικό από ανέκαθεν, γέμιζε ως πάνω από ανελέητα φαινόμενα που το καθιστούσαν ασήκωτο στο μίζερο χρόνο Στα ενδότερά του στρώματα στοιβάζονταν αδράνειες και δεν άφηναν το καπάκι του να εξαλείψει την υπερχείλιση των σκέψεων.
Υπήρχαν φορές που δεν άντεχε το φορτίο των ανέκφραστων πληροφοριών, και τότε στο τζάμι της ματιάς του δακρυσμένες και αιμόφυρτες κατρακυλούσαν οι αισθήσεις του.
Κυλούσε η μνήμη και η θέληση πότε καλοπροαίρετα και πότε μάταια στην προσπάθεια να αποδράσει από τις καταναλωτικές επισκέψεις, από τις αποτυχημένες ήττες μα ερχόντουσαν απροειδοποίητα κάτι κεκορεσμένες σκιές που καταδίκαζαν την όποια ανάσα τιτλοφορούσε την προσήλωση στο ρεύμα που λέγεται ανάληψη ευθυνών, δίκαιο μέρισμα ισομερών διαβάσεων, ανάληψη καθηκόντων και όχι διαμελισμό των άκρων στο μονοπώλιο που σήμερα αποκαλούμε ..Ζωή..



Μαρία Αργυρακοπούλου



 

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2020

Στο αλώνι του χρόνου

 Στο διπλανό παράθυρο ένα πελώριο παγωμένο κύμα, παλεύει να σωθεί απ’ τη μανία του βοριά που το χτυπά ανελέητα στα βράχια της ακτής. Το κοιτάζω σιωπηλά σαν να μην το βλέπω, ανήμπορο καθώς είναι, αντιστέκεται, προσπαθεί να αντιδράσει στη λυσσασμένη βορά της πραγματικότητας. Παραδίπλα ένας γλάρος περιπλανώμενος στο ακόρεστο κενό, αναζητά τροφή στα σκουπίδια της απεραντοσύνης.
Καθισμένη δίπλα στο τζάμι ώρα πολύ, κοιτάζω τη σιωπή που δίχως δισταγμό στο αλώνι του χρόνου εισέρχεται κι απλώνει τα δίχτυα της στα δευτερόλεπτα περικλείοντας τα σφιχτά και δένοντάς τα κόμπους,  από κείνους τους άλυτους κόμπους που ξημεροβραδιάζονται στην προβλήτα περιμένοντας το φάρο να σκορπίσει δύναμη και να σπείρει ελπίδα .
Στα διαλείμματα συνομιλώ με «περαστικούς’» φίλους που έρχονται να μου θυμίσουν το αδύναμο φως μπρος στα ανήλιαγα κλινοσκεπάσματα και στα υγρά σεντόνια όπου κατά καιρούς ζεσταίνουν την παγωμένη ανάσα μου. Κοντοστέκονται για λίγο με ένα σατανικό χαμόγελο και εξαφανίζονται ως το άλλο πρωί κουβαλώντας ένα δισάκι αναμνήσεων που βαραίνει τους ώμους.
Για επανέκδοση κλεμμένης ευτυχίας μιλούσαν διαρκώς, λες και ήταν εισιτήριο για τον παράδεισο , θαρρείς και δεν γνωρίζουν πως και αυτό μια φορά ισχύει , άπαξ και το ακυρώσεις με τις επιλογές σου, λήγει.
Ταξίδι είναι η ζωή άλλοτε συναρπαστικό κι άλλοτε αγώνας ταχύτητας σε χωματόδρομο. Μουδιάζει η ακτή και μαζί της κι εγώ. Απ’ την κούραση λυγίζουν οι ανάσες. Που να βρεις παγκάκι να ξαποστάσεις αυτήν την ώρα; Κι αν περίσσευε κάποιο, φρόντιζαν εγκαίρως οι ομιλητές να το καταλάβουν ή να το ξηλώσουν με τα καθώς πρέπει λόγια τους.
Στα αζήτητα παραμένουν και οι αξίες, αδυνατούν να επανορθώσουν το κατρακύλισμα στις αλάνες της σκέψης. Να ξεφύγουν απ’ το τέλμα που κατακάθισαν τελευταία, μην τυχόν και ξεσκεπαστούν απ’ τα νούφαρα που τις συγκαλύπτουν.
Θαρρείς πως η Κίρκη φυλάκισε κάθε ελπίδα απόδρασης.


Μαρία Αργυρακοπούλου


Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020

Διαδρομές στα ενδότερά (μας)


Αργοπορημένη φτάνει η ησυχία να ταράξει τα κύματα της νύχτας. Με φορεσιά λιτή, ολιγαρκής πάντα στις εντυπώσεις της, αποτυπώνει ατόφια την έλλειψη επικοινωνίας (των ανθρώπων). Καθιστά δύσκολο το συρμό της διαδρομής και τις ράγες τραχιές στη διάβασή τους.
Δυσανάγνωστη εισέρχεται στις σελίδες της ψυχής δυσχεραίνοντας το έργο τους καθώς τα μονοπάτια κατακλύζονται από δέντρα θωρακισμένα με αιωνόβιο κισσό.
Κάθε φορά που επιχειρεί να διαβρώσει τη σκιά τους, πολλαπλασιάζονται τα αγκάθια των φερόμενων δυσκολιών προς αναγνώριση του πάθους του εγώ μας.
Αποδυναμώνονται οι σκέψεις που αφοπλίζουν τη δύναμη ψυχής και οι ενέργειες διακωμωδούν τα όσα περιφέρονται ασυστόλως. Κέρινα γίνονται τα επιχειρήματα που εμποδίζουν την όραση να εισέρθει στα ενδότερα και να αποχωριστεί κατάλοιπα αποθηκευμένα στους νευρώνες χρόνια πριν.


ΥΣ: Ενδείκνυται το προσκύνημα στο ιερό του "εμείς" και όχι η θυσία στο βωμό του "εγώ".



Μαρία Αργυρακοπούλου

Παρασκευή 15 Μαΐου 2020

Αμαξοστοιχία “170715”



Σαν βράδιασε για τα καλά και το αχνό φως του φεγγαριού περιέλουζε τα νυσταγμένα φτερά των πλεούμενων ονείρων, επιβιβάστηκε στην αμαξοστοιχία “170715” και ξεκίνησε για το ά-θαμπο λυκαυγές της ανατέλλουσας πορείας .
Εισιτήριο δεν είχε, που να βρεθεί άλλωστε; στοιβαγμένοι κάθε λογής άνθρωποι, κάτι σαν αποσκευές αμίλητες που περιμένουν τον παραλήπτη τους , και δεν ήταν λίγοι που ταξίδευαν με ακαθόριστο προορισμό. Στο βλέμμα τους αντίκριζες μια ανεπανόρθωτη θλίψη που βάραινε τα βλέφαρά τους και αυτά σφάλιζαν ερμητικά έχοντας για αμπάρες τις μακριές τους βλεφαρίδες αφήνοντας πίσω κουρελιασμένα ενθύμια ταλαιπωρημένων στιγμών.
Όρθια, στο κενό ενδιάμεσα σε δυο βαγόνια και με ασπίδα την υπομονή κυλούσαν τα λεπτά που ώρες φάνταζαν μέσα στη νύχτα. Σκοτάδι επικρατούσε γύρω όπου κι αν περιφερόταν το βλέμμα.
Ένας ζεστός καφές στο κυλικείο κι ένα αναμμένο τσιγάρο βοηθούν στο να βρουν κάθισμα οι όποιες σκέψεις και σε επαναφέρουν στην πολυτέλεια της βραδιάς. […]


Μαρία Αργυρακοπούλου



Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2020

Η αμφιβολία της Άνοιξης


( ...) Στο απέναντι πεζούλι στεκόταν, ντυμένος στα μαύρα με άσπρες φτερούγες στην πλάτη, να μην ξεχωρίζει απ’ το τοπίο που μύριζε αραχνιασμένη θλίψη, να αποδράσει αν χρειαστεί εγκαίρως απ’ τις ευθύνες που τον βάραιναν.
Ώρα πολύ παρατηρούσε τους μοναδικούς θαμώνες των δέντρων, κάτι περιφερόμενα πουλιά που έψαχναν απάγκιο στις παγωμένες φυλλωσιές, ανάγλυφα στολισμένες από σταγόνες της δροσιάς που μέσα τους καθρεφτίζονταν οι ρυτίδες της ζωής.
Το ξεροβόρι του έκαιγε την ανάσα, τα πόδια του παγωμένα, αδύνατα καθώς ήταν μα δεν έλεγε να μετακινηθεί. Άλλωστε που να πήγαινε;
Πλησίαζε η ώρα της εισόδου του στη σκηνή. Όλοι τον περίμεναν με προσδοκίες στολισμένες κόκκινες και η μπαλάντα του δήμου τυμπανοκρουσίες είχε στήσει στη χιονισμένη πλατεία του θεάτρου.
Στα καμαρίνια καρτέρι του είχαν στήσει δώδεκα ερωτήσεις από παλιά, η μια δίπλα στην άλλη φυλλομετρούσαν προσμονές που ακυρώθηκαν, χαμένες ευκαιρίες, λάθη του παρελθόντος.
Για όλα αυτά ήθελαν να μάθουν, για την αμφιβολία της άνοιξης, το θάμπος του χειμώνα.
Η κεντρική πύλη άνοιξε λίγα δευτερόλεπτα πριν χτυπήσει ο επιστάτης δώδεκα, πριν καταγραφεί η απώλεια του προηγούμενου πρωταγωνιστή.
Μια λεπτή φιγούρα τον πλησίασε, με κατανυχτικό βλέμμα, του άπλωσε το χέρι της και του έγνεψε να την ακολουθήσει. Ανέβηκαν κάμποσα ξύλινα σκαλοπάτια που έτριζαν απ’ την υγρασία, πέρασαν έναν στενόμακρο διάδρομο αμυδρά φωτισμένο και κατέληξαν σε μια κοιλάδα κάτασπρη απ’ το χιόνι της αγνότητας. Εκεί πλήθος ματιών περιφέρονταν ανυπόμονα να νιώσουν την αλλαγή πλεύσης των ονείρων τους, τη δημιουργία νέων κύκλων ελπίδας που θα διαμόρφωνε την καθημερινότητά τους προς το καλύτερο - έτσι ήθελαν να πιστεύουν - . Αντάλλαζαν μεταξύ τους κλεφτές ματιές, κάτι σαν ευχές καλωσορίσματος της προαγγελθείσας επίσκεψης.
Περιφερόταν στην κοιλάδα αδιάφορα, λες και βγήκε από το σεντούκι της λήθης, με τις χαραματιές της μνήμης έντονες στο πρόσωπο και τις ανταύγειες της ψυχής σκουριασμένες κλειδώσεις όπου έτριζαν από τον πόνο της εγκατάλειψης. Αναρωτιόταν τι νόημα είχε πια η επάνοδος στα επίγεια αγαθά, στις ηδονικές απολαύσεις της ζωής..
Άτολμο το κάθε βήμα του καθώς δρασκέλιζε το παρών.
Κάθισε να ξαποστάσει λίγο στην παρουσίας της λυπημένης φιγούρας που του κρατούσε το χέρι σφιχτά. Η μελαγχολία του δεν έλεγε να τον αποχωριστεί, καθώς αναπολούσε το αχανές και ανεξιχνίαστο παρελθόν που τον είχε καλά σημαδέψει με τα βέλη του.
Η λεπτή φιγούρα με μάτια θολά τον αντικρίζει
και με τρεμάμενη φωνή του γνέφει.
Θα έρθει ο καιρός που με ένα φιλί θα ασπάζεσαι το σύμπαν
με ένα σου χάδι θα εισχωρείς εντός του
κι ως προσκυνητής ευάλωτος στο δάκρυ
θα αναπνέεις.

Μαρία Αργυρακοπούλου