"Δεν γράφω τη ζωή μου / προσπαθώ να τη ζω / ας την γράψει όταν "φύγω" / ο αέναος άνεμος."

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έμμετρες μαρτυρίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έμμετρες μαρτυρίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2021

Δύσκολες πρωτοχρονιές

Τους θαμώνες της αδιαφορίας
ένα πρωί θα ‘θελα να ξυπνήσω
απ’ τον λήθαργο της εκεχειρίας
τους κοιτώνες τους ν' αφυπνίσω.

Βιολιά ν’ ακούσω να κουρδίζουν
του θάρρους τις χορδές
κιθάρες να δω ν’ απαρτίζουν
της τόλμης τις βολές.

Συναυλίες κρουστών, με ορμές
και θέληση να δω να οργώνουν
των αδιάλλακτων τις δομές
θα ‘θελα να δω ν’ αναστατώνουν.

Λαούτα και πίπιζες να παίζουν
τα θέλω του πονεμένου αγνώστου
αισθήματα οι ρόκες να γνέθουν
αδιάλειπτα στις αυλές του νόστου.

Στο άκουσμα τέτοιας μουσικής
ελπίζω αδιάφοροι να μην μείνουν
οι νοήμονες, οι ποιητές της γης
κι έμπρακτα την αγάπη τους να δίνουν.

Τότε και μόνο, χορός θα στηθεί
ενάντια στο υπάρχον κατεστημένο
σε όλη τη δύση και στην ανατολή
κάθε παιδί δεν θα ‘ναι πεινασμένο.


Μαρία Αργυρακοπούλου

30/12/2020



Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2020

Ο γερο-πλάτανος στο Βεσίνι

Στην πλατεία του χωριού, στο δυτικό το μέρος
καμαρωτός στέκεται ένας πλάτανος γέρος
με μια λύπη στην όψη του, μια λαβωμένη καρδιά.

Και μες στων λίγων στιγμών τη συμπόνια
θυμάται πόσο γρήγορα πέρασαν τα χρόνια
τότε που η πλατεία ήταν γεμάτη με παιδιά.

Ξέρει πως γέρασε κι αδύναμες είν’οι ρίζες του
και τούτος ο αγέρας τρομάζει τα κλαδιά του
μα αγέρωχα κάθεται, τα νιάτα του αναπολεί.

Τους χωρικούς θυμάται γύρω από ένα τραπέζι
να συζητούν, δακρύζει κι η θλίψη τον εμπαίζει
την εκκλησιά που γέμιζε με κόσμο, την ανατολή.

Συλλογιέται πως η περηφάνια του έστησε καρτέρι
κι απόμεινε μονάχος του σε τούτα εδώ τα μέρη
κι ας του έλεγε συχνά, δεν θα σ’ εγκαταλείψουν.

Θυμάται τον ίσκιο να χαρίζει, τα βάρη που σήκωνε
του κάθε εξομολογητή, απ’ τα βάσανα τον λύτρωνε
ποιος να το περίμενε πως όλα αυτά θα εκλείψουν.

Κοιτάζει το άδειο χωριό, το χειμωνιάτικο τοπίο
τυλίγεται με τους κλώνους του, έβαλε θαρρώ κρύο
αναρωτιέται ένας χειμώνας ακόμα, θα αντέξει;

Μα απ’ την πολύ τη σκέψη, τη θύμηση, κουράστηκε
έγειρε ο κορμός του προς τη ρεματιά, εζαλίστηκε
αλλόκοτες αστραπές, τον πήρε ο ύπνος πριν βρέξει.


Μαρία Αργυρακοπούλου

28/12/2020






Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2020

Δακρύζει το παιδί

 Είναι η θλίψη στα κύματα, που ένα δάκρυ ψάλλει

απαλά κρατάει το σύννεφο βάρκα με πανιά

εκεί ο άνεμος στα άσπρα όρη όλο θάλλει

κι όλο ανεμοστρόβιλοι αστράφτουν στον ντουνιά.

Ένας ήλιος τρεμάμενος με λόγο παραζάλη,

με ορθάνοιχτα φτερά στο καταγάλανο, στο μπλε

αμέριμνος δύει στην ακτή, χλωμό το πρόσωπό του

οι γοργόνες κλέβουν το χρυσαφί χαμόγελό του

στο μαβί του δειλινού όπου δακρύζει το παιδί.

Το βλέμμα του πλανάται μες του ανέμου τη σιωπή

η θέληση ναυάγησε σαν σκουριασμένο σκαρί

ζητά κουράγιο, όμως τί ; Το κλάμα δεν είναι ντροπή!

Ω ζωή, πλάνεψες άδικα το γελαστό παιδί.

Καυτά δάκρυα ζωγραφίζουν στο σώμα του ένα ρίγος

πλανάται με βήματα γοργά ο κόσμος στην πλαγιά

κάλπικος ο δυόσμος καθώς μυρίζει σιγουριά.


Μαρία Αργυρακοπούλου


Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2019

Δίχως πρεβάζι




Γυμνό σώμα
νεκρό στο χώμα
δίχως πρεβάζι
το τρώει τ’ αγιάζι
οστά δίχως σάρκα
ελεύθερα στη βάρκα
τη λίμνη περνούν
πίσω δεν κοιτούν.

Η πύλη αμπαρωμένη
όλοι ξενυχτισμένοι
δεήσεις κάνουν
κεριά ανάβουν
πυκνώνουν οι αράδες
δακρύζουν οι μανάδες
τα παιδιά τους λαχταρούν
παρακαλάνε να τα δουν.

Αλυχτά ο σκύλος
δεν έμεινε φίλος
δυνατή βροχή
καλύπτει τη γη
κι εγώ κρυώνω
στη σκέψη ματώνω
ζητώ να γυρίσεις
την αυλή να γεμίσεις
με ανάσες ζεστές
νόστου αγκαλιές.

Ξέρω δεν μ’ αντέχεις
τον πατέρα προσέχεις.
των αδερφών ο πόνος
σπάρθηκε ως γόνος
μαράθηκαν οι γλάστρες
γιγαντώθηκαν οι φράχτες
αγκάθια ζυμώθηκαν πολλά
στης ζωής τα σωστά.

Έλα για λίγο
απ’ όλα να ξεφύγω
τα χρόνια περνούν
τα ρυάκια κυλούν
πίσω δεν γυρίζουν
όλα σε θυμίζουν
σήμερα γιορτάζεις
χρωστάς, μην τάζεις.


Μαρία Αργυρακοπούλου